• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: big boy, Big Boy

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
big boy n (male child; somewhat mature)μεγάλο παιδί, μεγάλο αγόρι έκφρ
  (μεταφορικά)ολόκληρος άντρας έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορκά)κοτζάμ άντρας έκφρ
big boy n informal (impressive person or thing)-
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία και αποδίδεται κατά περίπτωση.
 This big boy is the largest fish I ever caught.
 Αυτή η ψαρούκλα είναι η μεγαλύτερη που έπιασα ποτέ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
big boy interj informal (form of address for a man)μεγάλε επίθ ως ουσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Big Boy n (steam train: locomotive) (μηχανή τραίνου)Big Boy ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση big boy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «big boy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!